|
ΟΥΡΟΔΥΝΑΜΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ
Μερικές απλές ουροδυναμικές εξετάσεις θα δώσουν συμπλη-
ρωματικά και πολύτιμα στοιχεία, ακόμα και σε εμφανή ακράτεια από προσπάθεια. Οι ουροδυναμικές εξετάσεις και την
έκβαση της εγχείρησης θα προδικάσουν και τυχόν διαφορετική
από την αναμενόμενη ομαλή μετεγχειρητική πορεία θα προβλέψουν και ο γιατρός θα μπορεί γνωρίζοντας πριν από την εγχείρηση ορισμένα στοιχεία να προετοιμάσει κατάλληλα την
άρρωστη προεγχειρητικά, καθώς και να την αντιμετωπίσει
μετεγχειρητικά.
Αν η κλινική εξέταση δεν έχει καταδείξει την ακράτεια από
προσπάθεια, πάλι η ουροδυναμική έρευνα θα δώσει
λύση, και θα τεκμηριώσει τη συνθήκη "ακράτεια από
προσπάθεια".
Ας δούμε λοιπόν πόσο βοηθούν οι ουροδυναμικές εξετάσεις
στην έρευνα και θεραπεία της ακράτειας αρχίζοντας από τις πιο
απλές και προχωρώντας στις πιο πολύπλοκες.
Η ροή των ούρων θα μας αποκαλύψει με το εύρημα της
"χαμηλής ροής", τυχούσα απόφραξη από πιθανό υποκυστικό
κώλυμα ή μία ατονία του εξωστήρα. Και τα δύο αυτά
παθολογοφυσιολογικά ευρήματα επηρεάζουν άμεσα την έκβαση
εγχείρησης ακράτειας.
Η απόφραξη θα πρέπει να τεκμηριωθεί και με τις λοιπές
κλασικές μεθόδους έρευνας (ουρηθροσκόπηση, bourinage) και
να εκτιμηθούν με ενδοφλέβια πυελογραφία οι επιπτώσεις
της στο ανώτερο και κατώτερο ουροποιητικό (Διατάσεις
ανωτέρου ουροποιητικού, δοκίδωση κατώτερου, εκκολπώματα
κύστεως, ουρήθρας) που θα αντιμετωπισθούν ταυτόχρονα με
την εγχείρηση της ακράτειας.
Να ληφθεί υπόψη ότι η απόφραξη της ροής των ούρων α)
ευθύνεται για την αστάθεια της κύστεως που τυχόν θα
συνυπάρξει στην εξεταζόμενη άρρωστη και β) θα επιβαρύνει τη
δυσχέρεια ούρησης που θα προκαλέσει η ίδια η εγχείρηση της
ακράτειας των ούρων. Η χαμηλή ροή ούρων από πιθανή
υποτονία του εξωστήρα θα προωθήσει την έρευνα σε περαιτέρω
ουροδυναμική μελέτη για την τεκμηρίωση της υποτονίας, σε
ενδοφλέβια πυελογραφία για τη μορφολογία του ανωτέρου κατωτέρου ουροποιητικού και σε νευρολογική έρευνα για
ανίχνευση νευρολογικών παθήσεων, αν και συνήθως είναι
γνωστή η προϋπάρχουσα πάθηση πχ κήλη μεσοσπονδυλίου
δίσκου. Η μελέτη ροής των ούρων πριν από την εγχείρηση
ακράτειας είναι λοιπόν σημαντική. Στις περιπτώσεις που
προαναφέρθηκαν θα προειδοποιηθεί η ασθενής πως πιθανόν
μετά την εγχείρηση θα πρέπει να παίρνει μόνη της τα ούρα της
με διαλείποντες καθετηριασμούς τους οποίους θα διδαχθεί
ακόμη και προεγχειρητικά, και ότι θα έχει ταυτόχρονα και μία
άλλη εγχείρηση πχ. εσωτερική ουρηθροτομή.
Η κυστεομανομέτρηση θα "πιάσει" την αστάθεια του
εξωστήρα, ίσως μετά από ειδικές τεχνικές και έτσι θα είναι
αναμενόμενη η τυχόν παραμένουσα ακράτεια από επείγουσα
αναγκαστική ούρηση μετά την εγχείρηση της ακράτειας από
προσπάθεια. Επίσης θα βρεί το λόγο που απέτυχε η "κολποραφή" να σταματήσει την ακράτεια των ούρων, όταν υπάρχει
υπεραντανακλαστικός και μόνο εξωστήρας χωρίς να υπάρχει
σφικτηριακή ανεπάρκεια. Έτσι γίνεται βασική εξέταση για
επανεγχείρηση ή όχι στην ακράτεια των ούρων.
Στη φάση πλήρωσης μπορεί να καταγραφεί κατά τη διάρκεια
βήχα της ασθενούς η απώλεια των ούρων στο κανάλι της ροής,
ταυτόχρονη με την αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης στην
αμιγή ακράτεια από προσπάθεια και μετά από λίγα δευτερόλεπτα και με μια μη αναστελλόμενη συστολή του εξωστήρα στην
ακράτεια από αστάθεια του εξωστήρα.
Στη φάση ούρησης μπορεί να γίνει το Ρίso τεστ που θα μας
αποκαλύψει α) αστάθεια του εξωστήρα που αλλιώς δεν "πιάνεται" εύκολα πχ. σε γυναίκες που χάνουν ούρα μόνο στη συνουσία και β) παραμένουσες μυϊκές εφεδρείες , όταν
υπάρχει προβληματισμός κατά πόσο θα καταφέρει ο εξωστήρας
να ξεπεράσει την απόφραξη της εγχείρησης και να επαναλάβει η
άρρωστη την ούρηση μετεγχειρητικά.
Η ηλεκτρομυογραφία δεν είναι στην καθ' ημέρα έρευνα σε
περιπτώσεις ΑΠ. θα τεκμηριώσει τη δυσενέργεια σφιγκτήρα/
εξωστήρα που τυχόν να συνυπάρχει με ΑΠ.
|